χολοκυστίτιδα

χολοκυστίτιδα
η, Ν
ιατρ. φλεγμονή τής χοληδόχου κύστεως, σε συνδυασμό, τις περισσότερες φορές, με χολολιθίαση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cholecystite < χολή + κύστη + κατάλ. -ίτιδα*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • χολοκυστίτιδα — η φλεγμονή της χοληδόχου κύστης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιθιασικός — ή, ό [λιθίαση] ιατρ. 1. σχετικός με τη λιθίαση («λιθιασική χολοκυστίτιδα») 2. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. αυτός που πάσχει από λιθίαση 3. φρ. «λιθιασική διάθεση» η τάση τού οργανισμού να σχηματίζει συγκρίματα, δηλαδή λίθους, σε διάφορα κοίλα όργανα …   Dictionary of Greek

  • τύφος ή τυφοειδής πυρετός — (Ιατρ.). Οξεία λοιμώδης νόσος, που κατά μέσο όρο διαρκεί 4 5 βδομάδες, με χαρακτήρα ενδημικό επιδημικό. Πρώτη φορά την περιέγραψαν το 1659. Τον υπεύθυνο λοιμώδη παράγοντα ανακάλυψε το 1880 ο Γερμανός γιατρός μικροβιολόγος Καρλ Γιόζεφ Έμπερτ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”